σπλήνα

σπλήνα
(Ανατ.). Ενδοκοιλιακό όργανο του αιμοποιητικού συστήματος, που βρίσκεται στο πλάγιο μέρος του αριστερού υποχονδρίου, αμέσως κάτω από το διάφραγμα. Έχει σχήμα ωοειδές πεπλατυσμένο, χρώμα κόκκινο σκούρο και βάρος από 100 έως 200 γρ. στον ενήλικα. Στη λεπτή κατασκευή της σ. διακρίνεται ερυθρός και λευκός πολφός σε στενή επαφή μεταξύ τους, μέσα σ’ ένα πυκνό δίκτυ συνδετικού ιστού, που ξεκινά από τον ινώδη χιτώνα που περιβάλλει το όργανο. Ο ερυθρός πολφός σχηματίζεται από δικτυωτές ίνες· σ’ αυτόν το συνδετικό ιστό, που αποτελεί μέρος του δικτυοενδοθη-λιακού συστήματος, διακλαδίζεται το πλουσιότατο αγγειακό σύστημα της σ. Ο λευκός πολφός, που στον ενήλικα φτάνει περίπου το 20% του βάρους του οργάνου, σχηματίζεται από αθροίσματα κυττάρων που περιβάλλουν αρτηρίδια και από λεμφοζίδια (μαλπιγγιανά ή σπληνικά σωμάτια) που διασχίζονται χαρακτηριστικά από αρτηριακά αγγεία. Το αγγειακό σύστημα της σ. αντιπροσωπεύεται από πολυάριθμες αρτηρίες που ξεκινούν από τη σπληνική αρτηρία μόλις αυτή μπει στο όργανο· από τις αρτηρίες αυτές αναχωρούν πολυάριθμοι κλάδοι που δεν αναστομώνονται ποτέ μεταξύ τους και που καταλήγουν σ’ ένα ματσάκι μικρών αρτηριακών κλάδων (θυσανωτά αρτηρίδια). Οι τελευταίοι αυτοί συνεχίζονται σε τριχοειδή, που οδηγούν το αίμα ανάμεσα στο δίκτυ του ερυθρού πολφού, χωρίς να έχουν στενές σχέσεις συνέχειας με το φλεβικό σύστημα. Οι φλέβες της σ. αρχίζουν από τον ερυθρό πολφό με ειδικούς κολποειδείς σχηματισμούς, που ονομάζονται φλεβώδεις κόλποι, από τους οποίους αρχίζουν τα φλεβίδια. Το αίμα συρρέει στη σπληνική φλέβα, και μέσω της πυλαίας φλέβας φτάνει στο συκώτι. Το σύστημα των φλεβωδών κόλπων μπορεί κατά διάφορο βαθμό να παρεμβάλλεται ή να αποκλείεται από την κυκλοφορία και έτσι αποτελεί ένα είδος μεταβαλλόμενου φίλτρου, με το οποίο συνδέονται μερικές από τις λειτουργίες της σ. Στο έμβρυο, η σ. συνεργάζεται στην παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και κοκκιοκυττάρων· στον ενήλικο, αντίθετα, διατηρεί μόνο τη λειτουργία παραγωγής λεμφοκυττάρων, αλλά σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις είναι σε θέση να επαναποχτήσει τις αρχικές της ικανότητες. Στη λειτουργία της κυκλοφορίας το όργανο συμμετέχει ως σύστημα εφεδρείας, γιατί είναι ικανό να κατακρατεί ή να αποβάλλει περίπου 200 κ. εκ. αίματος: στο εσωτερικό, άλλωστε, του ερυθρού πολφού μπορεί να κατακρατηθούν μορφολογικά στοιχεία του αίματος, και ιδιαίτερα, ερυθροκύτταρα. Η ιδιότητα αυτή εξαρτιέται από τη λειτουργία που εκτελεί η σ. καταστροφής των «γερασμένων» ερυθροκυττάρων, εναποθηκεύοντας τα δομικά τους υλικά· με τη λειτουργία αυτή σχετίζεται και η συμμετοχή της σ. στο μεταβολισμό του σιδήρου. Εξαιτίας της παρουσίας λεμφικού ιστού και στοιχείων του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος, η σ. παίρνει ενεργό μέρος στις διεργασίες άμυνας κατά των λοιμώξεων και της ανοσοποίησης. Εξαιτίας της λειτουργίας της και των σχέσεών της η σ. συμμετέχει στην παθολογία του αιμο - λεμφοποιητικού συστήματος, στην παθολογία του ήπατος και στην παθολογία των λοιμώξεων· οι παθολογικές μεταβολές του οργάνου είναι διαφορετικές στις διάφορες κατηγορίες των παθήσεων και στην κάθε παθολογική κατάσταση, στην πλειονότητα των περιπτώσεων όμως προκαλείται αύξηση του όγκου της σ. (σπληνομεγαλία). Στις παθολογικές καταστάσεις της σ. περιλαμβάνονται και οι ρήξεις, που μπορεί να συμβούν από τραύματα η και αυτόματα, σε σ. υγιείς και συχνότερα σε πάσχουσες· στις περιπτώσεις αυτές η μοναδική δυνατότητα θεραπείας είναι η αφαίρεση του οργάνου. Η ίδια χειρουργική επέμβαση (σπληνεκτομή) ενδείκνυται και σε πολλές άλλες παθολογικές καταστάσεις· εκτός των αποτελεσμάτων που μπορεί να επιτευχθούν με τη σπληνεκτομή στις διάφορες παθολογικές καταστάσεις που συνιστάται, θα πρέπει να σημειωΘεί ότι η αφαίρεση της δεν έχει σοβαρές συνέπειες για τον οργανισμό.
* * *
η / σπλήν, -ηνός, ὁ, ΝΜΑ
μαλακό εύθρυπτο λεμφοειδές όργανο τής κοιλιάς που βρίσκεται αριστερά κάτω από το διάφραγμα και έχει σχήμα τετραέδρου, τού οποίου ο μεγάλος άξονας ακολουθεί τη διεύθυνση τής 10ης πλευράς (α. «έχει υποστεί ρήξη τής σπλήνας» β. «τὰ σπογγοειδέα τε καὶ ἀραιά, οἷον σπλήν τε καὶ πνεύμων» Ιπποκρ.)
αρχ.
1. δυσάρεστη ψυχική κατάσταση, υποχονδρία
2. επίδεσμος
3. φρ. α) «αἰγὸς σπλήν» — το φυτό μολόχη
β) «ἐκβάλλω τὸν σπλῆνα» — πεθαίνω από τις πολλές στενοχώριες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονόματα οργάνων τού σώματος που χρησιμοποιούνται ευρέως τόσο στους τομείς τής ιατρικής και τής παθολογίας όσο και στον τομέα τής μεταφυσικής, όπως η λ. σπλήν(α), υπόκεινται σε φθογγικές μεταβολές και εμφανίζονται σε μεγάλη ποικιλία μορφών κατά γλώσσα τόσο ώστε, ενώ είναι φανερές κάποιες αντιστοιχίες μεταξύ τών τύπων, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η αρχική μορφή τής ρίζας τους. Ο ελλ. τ. σπλήν, σπληνός, παρ' ότι εμφανίζει αμετάβλητο φωνηεντισμό σ' όλο το κλιτικό του σύστημα, θυμίζει στον σχηματισμό τα φρήν, ἀδήν. Στην Αβεστική ο τ. spәrәzan- (< *spļgh-en) εμφανίζει πριν από το επίθημα δασύ ουρανικό σύμφωνο -gh- (πρβλ. σπλά-γχ-νον), το οποίο παρατηρείται και στο αρχ. ινδ. plīhan- (χωρίς όμως αρκτικό s- και με φωνηεντισμό -ī-). Κοντά στον αρχ. ινδ. τ. πρέπει να τοποθετηθεί και το λατ. liēn (< *lihēn), ενώ περισσότερο ή λιγότερο κοντινοί πρέπει να θεωρηθούν και οι τ. ιρλδ. selg, λιθουαν. blužnis, αρχ. σλαβ. slězena και το αρμ. p'aycaln. Με τη λ. σπλήν(α) στην Ελληνική έχει συνδεθεί ο τ. σπλάγχνα «όργανα που βρίσκονται μέσα στις κοιλότητες του σώματος», παρά τα μορφολογικά προβλήματα που συνεπάγεται μια τέτοια σύνδεση. Και, συγκεκριμένα, προβλήματα γεννούν: α) η εναλλαγή τού φωνηεντισμού σπλη-/σπλα ανάμεσα στους δύο τ. και β) η παρουσία ουρανικού συμφώνου -χ- στη λ. σπλα(γ)χ-ν-ον και έρρινου επιθήματος, σε αντιδιαστολή προς τον τ. σπλήν. Κατά μία άποψη, ελάχιστα πιθανή, η λ. σπλήν έχει σχηματιστεί με απλολογία από αμάρτυρο τ. *σπληχήν, ενώ, κατ' άλλους, ο τ. ανάγεται σε αρχική μοφή *σπλη(γ)χ-, *σπλαχνός, από όπου ο τ. σπλάγχνα. Προβλήματα, εξάλλου, γεννά στον τ. σπλά-γ-χ-νον η παρουσία έρρινου συμφώνου –γ πριν από το ουρανικό -χ-, που οφείλεται πιθ. σε πρόληψη τού έρρινου επιθήματος. Εκτός, τέλος, τών μορφολογικών δυσχερειών που παρουσιάζουν ως προς τον σχηματισμό τους, οι λ. σπλήν(α) και σπλά(γ)χνο(ν) εμφανίζουν και αξιοσημείωτες σημασιολογικές προεκτάσεις και εξελίξεις στην ιστορία τής ελληνικής γλώσσας. Η λ. σπλά(γ)χνα με σημ. «όργανα που βρίσκονται στις κοιλότητες τού σώματος, σωθικά» και «τα εντόσθια που έτρωγαν μετά τη θυσία και χρησιμοποιούνταν στην σπλαγχνοσκοπία» επικεντρώθηκε, στη μτγν. Ελληνική, στη σημ. «καρδιά ως έδρα τών συναισθημάτων», απ' όπου η σημ. «ευσπλαγχνία» (βλ. λ. εύσπλαγχνος, σπλαγχνίζομαι, σπλαγχνικός). Η σημασιολογική αυτή εξέλιξη τής λ. παρατηρείται και στην εβραϊκή γλώσσα. Η λ. σπλά(γ)χνο επίσης χρησιμοποιήθηκε μτφ. ήδη από την Αρχαία Ελληνική για να δηλώσει τα παιδιά σε σχέση με τους γονείς τους. Τόσο η λ. σπλά(γ)χνα, τέλος, όσο και η λ. σπλήν(α) χρησιμοποιήθηκαν για να δηλώσουν την εσώτερη φύση, την ψυχική διάθεση τού ανθρώπου και μάλιστα η λ. σπλήν(α), δυσάρεστη ψυχική κατάσταση, υποχονδρία (για ανάλογες χρήσεις εσωτερικών οργάνων τού σώματος προς δήλωση ψυχικών καταστάσεων βλ. λ. μελαγχολία). Με α' συνθετικό τις λ. σπλά(γ)χνα και σπλήνα έχουν πλαστεί πολλοί ξεν. επιστημονικοί όροι που έχουν εισαχθεί στην Ελληνική ως αντιδάνεια (σπλα[γ]χνολογία, πρβλ. αγγλ. splanchnology σπληναλγία, πρβλ. αγγλ. splenalgia
σπληνεκτομή, πρβλ. αγγλ. splenectomy κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • σπλήνα — σπλήνα, η και σπλήνας, ο όργανο του σώματος: Υποφέρει από τη σπλήνα του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σπλῆνα — σπλήν milt masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπλῆν' — σπλῆνα , σπλήν milt masc acc sg σπλῆνε , σπλήν milt masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορφύρα — I Σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από τριχοειδείς αιμορραγίες του δέρματος, των βλεννογόνων ή του παρεγχύματος. Στο δέρμα η π. εκδηλώνεται με μικρές κόκκινες κηλίδες που δεν εξαλείφονται αν πιεστούν με γυάλινη πλάκα. Οι π. διαιρούνται σε δύο μεγάλες… …   Dictionary of Greek

  • σπληναλγία — η, Ν ιατρ. πόνος στη σπλήνα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. splenalgia (< σπλήνα + αλγία*)] …   Dictionary of Greek

  • σπληνικός — ή, ό / σπληνικός, ή, όν, ΝΜΑ [σπλήν, ηνός] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σπλήνα («σπληνικός τρόπος», Ιπποκρ.) νεοελλ. φρ. α) «σπληνική αρτηρία» ανατ. κλάδος τής κοιλιακής αορτής που φέρεται προς την σπλήνα ακολουθώντας το άνω περίγραμμα τού… …   Dictionary of Greek

  • σπληνοειδής — ές, Ν αυτός που έχει το σχήμα τής σπλήνας, όμοιος με σπλήνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σπλήνα + ειδής*] …   Dictionary of Greek

  • σπληνοκύτταρο — το, Ν ιατρ. παλαιότερη ονομασία τού μεγάλου μονοπύρηνου φαγοκυττάρου το οποίο μεταναστεύει στη σπλήνα και παραμένει σ αυτήν. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. splenocyte (< σπλήνα + cyte < κύτος «κοιλότητα» βλ. και λ. κύτταρο / κυτο )] …   Dictionary of Greek

  • σπληνονεφρικός — ή, ό, Ν (ανατ. ιατρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται συγχρόνως στη σπλήνα και στους νεφρούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < σπλήνα + νεφρό, νόθο αντιδάνειο συνθ., πρβλ. αγγλ. splenorenal] …   Dictionary of Greek

  • σπληνοπαγκρεατικός — ή, ό, Ν (ανατ. ιατρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην σπλήνα και στο πάγκρεας ταυτοχρόνως. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. splenopangreatic (< σπλήνα + πάγκρεας)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”